Η Δευτέρα: Το ξύπνημα του ανδρόγυνου γινόταν με μεγαλοπρέπεια αφού το ξυπνούν με τραγούδια. Οι γονείς, οι κουμπάροι, οι κουμέρες και οι συγγενείς έδιναν τα δώρα τους στο αντρόγυνο. Αυτά τα δώρα λέγονται «ξημέρωμα» επειδή συνδέονται με το πρωινό ξύπνημα του αντρογύνου.
Τα δώρα αποτελούντο από χρήματα, ρουχικά, κοσμήματα, ακόμα και προϊόντα όπως κρασί, σιτάρι ανάλογα με την οικονομική κατάσταση και τη διάθεση που είχε ο καθένας. Οι γονείς θύμιαζαν το αντρόγυνο και ο κουμπάρος ή η μητέρα της νύφης τους πρόσφεραν να φάνε περιστέρια με μέλι, για να ζήσουν σ’ όλη τους τη ζωή αγαπημένα και γλυκά.
Τη Δευτέρα γινόταν ξανά κάλεσμα με ράντισμα από ροδόσταγμα, για το νυχτερινό τραπέζι. Το συμπόσιο αυτό ήταν σημαντικό μέρος του γάμου γιατί περιλάμβανε το χορό του αντρογύνου. Ο χορός του αντρογύνου γινόταν προς τιμή των καλεσμένων από τη μια, αλλά και για το «πλούμισμα» του αντρογύνου από την άλλη.
Με τη συνοδεία της μελωδίας των αντικριστών χορών η νύφη χόρευε με το γαμπρό, ενώ οι γονείς, οι συγγενείς και οι φίλοι προσέρχονταν για το πλούμισμα. Καθώς χόρευε το αντρόγυνο οι παρευρισκόμενοι έβαζαν το πλούμισμα τους που αποτελείτο από χρυσά, αργυρά, ή χάλκινα νομίσματα σ’ ένα πιάτο ή καρφίτσωναν πάνω στα φορέματα του αντρογύνου νομίσματα, χαρτονομίσματα ή κοσμήματα.
Σήμερα σ’ όσους εξακολουθούν να χορεύουν το χορό αυτό, κρεμάνε στα φορέματα τους αρμαθιές από εικοσάλιρα, δεκάλιρα, πεντόλιρα και λίρες. Αφού τελείωνε ο χορός του αντρογύνου, ο γαμπρός έπρεπε να χορέψει με τον πρώτο κουμπάρο, η νύφη με την πρώτη κουμέρα και μετά οι συμπέθεροι. Το γλέντι συνεχιζόταν ως αργά, μέχρι τη στιγμή που οι μουσικοί ανέκρουαν τον «πολογιαστόν» κι έτσι οι καλεσμένοι αποχωρούσαν από το σπίτι του γάμου. Μετά το γάμο: Την Τρίτη γινόταν πάλι τραπέζι, αλλά μόνο για τους συγγενείς, με κότες που μάζεψαν από τα συγγενικά σπίτια ή με φαγητά που έφερναν οι ίδιοι οι συγγενείς. Σε μερικά μέρη το τραπέζι των συγγενών συνεχιζόταν και την Τετάρτη με νηστίσιμα φαγητά.
Την Τετάρτη το πρωί ο γαμπρός και η νύφη καλούσαν τους μουσικούς να προγευματίσουν και να τους αποχαιρετίσουν. Μετά το πρόγευμα ο γαμπρός έδινε στους μουσικούς σαν δώρο ένα μεταξωτό μαντήλι που στο ένα άκρο του είχε δεμένο ένα ασημένιο νόμισμα. Μετά οι μουσικοί αποχαιρετούσαν το ζευγάρι, αφού τους ευχαριστούσαν και τους εύχονται βίον ανθόσπαρτον και επέστρεφαν στην πόλη. Οι μουσικοί δεν πληρώνονταν από το ζευγάρι, γιατί ανελάμβαναν να παίξουν σ’ ένα γάμο αμισθί, μόνο με τα τυχερά τους. Αυτά ήταν τα πλουμίσματα που έριχναν σ’ ένα πιάτο οι χορευτές κατά την ώρα του χορού.
Το γλέντι του γάμου συνεχιζόταν και την επόμενη Κυριακή στο πατρικό σπίτι του γαμπρού ως αντίγαμος . Ο γαμπρός καλούσε τα πεθερικά, τους γονείς του, τα αδέλφια του, τους κουμπάρους, τις κουμέρες, καθώς και κάποιους συγγενείς ή φίλους που δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν στους γάμους την προηγούμενη Κυριακή. Το τραπέζι στρωνόταν από το μεσημέρι και συνεχιζόταν μέχρι αργά τη νύχτα. Με τον αντίγαμο ολοκληρώνονται τα έθιμα του γάμου και το ζευγάρι ξεκινά την κανονική του ζωή. Μερικά από τα έθιμα αυτά εξακολουθούν να τηρούνται σε κάποια χωριά και τα περισσότερα ανήκουν πια στην ιστορία.